Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Μιά νιφάδα χιονιού και.... αυτογνωσία

Πήρα τη μηχανή μου , την φωτογραφική, μην πάει ο νους σας αλλού, δεν έχω κράνος, και βγήκα!
Χθες αποτυπώθηκε μια νιφάδα χιονιού στο λευκό χαρτί μου και ένοιωθα ακόμα χαρούμενη!
Σας είχα στη σκέψη μου!
Προχώρησα εκεί που πηγαίνω συχνά! στη γαλήνια πολιτεία!
Μόνο εκεί υπήρχε ησυχία, άρα θα έβρισκα ίσως λίγο καθαρό χιόνι σε μια γωνιά!
Ελάχιστο , όμως αρκετό να το φωτογραφίσω.Κατάφερα να αποτυπώσω σταγόνες!πάντα θαυμάζω τις σταγόνες πάνω στα φύλλα.
Τα κεραμίδια, το παγκάκι είχαν κρατήσει λίγο χιόνι για χάρη μου.



 Προχώρησα.Κάτω απο μια βελανιδιά λίγο καθαρό χιόνι.

Μετέφερα το δικό μου κυκλάμινο λίγα βήματα, και σκηνοθέτησα τη φωτογραφία.Το ελάχιστο παγωμένο χιόνι στα φύλλα, υπήρχε.
 ..........................................
  Ξεκίνησα την επιστροφή! Συναισθήματα, οικείος τόπος, γαλήνιος. Οι  φίλες μου γνωρίζουν.
Κάπου μακριά στα μετρημένα κεραμίδια ενος ξεχασμένου ξωκκλησιού που ίσως λίγοι περαστικοί το έχουν προσέξει,
έχει το όνομα της προστάτιδάς μου αγίας,είχε χιόνι.. Το έφερα πιο κοντά με τη μηχανή μου και το φωτογράφισα.Παρατηρώντας τη φωτογραφία, διαπίστωσα οτι το πράσινο στα δύο δέντρα δεξιά είναι κισσός.Δεν έχουμε μάθει να παρατηρούμε.Πόσο  αλλάζουν τις σκέψεις μας οι συλλογισμοί!

Στίχοι:  
Άγγελος Βλάχος










Εις το βουνό ψηλά εκεί
ειν’ εκκλησιά ερημική,
το σήμαντρό της δε χτυπά,
δεν έχει ψάλτη ούτε παπά.

Ένα καντήλι θαμπερό
και έναν πέτρινο σταυρό
έχει στολίδι μοναχό
το εκκλησάκι το φτωχό.

 Μου ήρθε στο νού το ποίημα του Γεωργίου Δροσίνη:


Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα
Σε ξένα αναστυλώματα δεμένο.
Ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδεντρο.
Μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν' ανεβαίνω.
 
Δε θέλω του γυαλού το λαμποφέγγισμα,
Που δείχνεται άστρο με του ήλιου τη χάρι.
Θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου,
Κι ας είμαι ένα ταπεινό λυχνάρι.






Πόσα όμορφα ποιήματα θυμόμαστε απο τα μικρά μας χρόνια!







 

Θα προσπαθήσω το ίδιο σημείο να το φωτογραφίσω σε άλλες εποχές!Εποχές με μαργαρίτες ή με μωβ λουλουδάκια, όπως ο κρόκος γύρω γύρω.Ή απο την πλευρά του δρόμου, όταν...έχει πολύ χιόνι! πάντα είναι πανέμορφο!


 Α!προσέξτε τις σταγόνες στα οδοντωτά φυλλαράκια!η φωτογραφία είναι  αναρτημένη και στις 15 Οκτωβρίου,στον δικό μας Άγιο Ευθύμιο τον νέο.
Κι επειδή ίσως μελαγχολήσατε, προσκαλώ το αγαπημένο μας http://delfinaki-sunset.blogspot.gr/
 να παραλάβει το αγαπημένο του λιλά,  για τον διαγωνισμό του.
 Να είστε όλοι/ες καλά!!!
και......be happy!!!

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Λατρεμένη μου κηρήθρα!

     Η Χριστουγεννιάτικη πιατέλα ξεχάστηκε να αποθηκευτεί.
     Άλλωστε θα της ήταν δύσκολο να περιμένει ως του χρόνου.
Και γιατί να είναι χρήσιμη μόνο τότε;
     Την επεξεργάστηκε, την είδε και έδωσε την ιδέα!
-     Γιατί δεν την φτιάχνεις ένα ρολόι;
-    μμμ...δεν έχεις και άδικο!Αλλά πρέπει να σκεφτώ, για να πετύχει.
.............................................
Δοκιμασμένη τεχνική:γυψόγαζα, καλά απλωμένη, ζεστό μελισσοκέρι επικάλυψη, κηρήθρα, κηρήθρα, κηρήθρα........
............................................
Βέβαια οι καμπύλες το δυσκόλευαν λίγο'   αλλά, ας προσπαθήσουμε.
Αυτή τη φορά θα δώσουμε σημασία στη λεπτομέρεια!
Ήταν και η συμβουλή των παιδιών μου, όταν  έλαβα κάποια δωράκια που δεν σας έδειξα, και ήταν τέλεια!
-  Μαμά, εσύ βιάζεσαι!Δες,, η ομορφιά  είναι στις λεπτομέρειες.
Είπα κι εγώ, καινούργιος χρόνος, νέες αποφάσεις, ας υπακούσω.Άλλωστε και η υπακοή είναι αρετή.
Λεπτομέρεια, λεπτομέρεια....Το υλικό μου δεν υπάκουγε...
Αφού κομματιάστηκαν δύο προσπάθειες για να πετύχει ο χάρτης. είπα:η λεπτομέρεια να είναι στις ώρες!
Αριθμοί με κηρήθρα. Εξ ολοκλήρου.
                   
Δύσκολο να πετύχει το κέντρο με τα σημεία του ορίζοντα στη σωστή θέση.


Αυτή η εικόνα θα αποδείκνυε επακριβώς τη σωστή γεωγραφική θέση με τον μηχανισμό του ρολογιού στην μικρότερη πρωτεύουσα νομού  της χώρας μας, αλλά θα χανόταν η απογευματινή  ώρα.
Τέλος πάντων δεν θα κάνουμε γεωγραφία, την ώρα θα βλέπουμε.
Υστερα, το καλύπτει και ο τίτλος! ποιητική αδεία!




Χρησιμοποιώντας Relief paint 811 Bronze, ομορφύναμε τα περιγράμματα.









Αφού τέλειωσα με τα περιγράμματά ,είδα την μεγάλη παράλειψη: τα δυό νησάκια, Αμμουλιανή www.halkidiki.com/ammouliani/index_g.htm
και Κέλυφος απέναντι και κοντά σον Νέο Μαρμαρά,ακατοίκητο.Θεωρώ οτι η ονομασία του δόθηκε προς χάριν του σχήματός του.   
http://www.halkidiki.biz/el/islands-islets-of-halkidiki

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

τα παιδία παίζει..........

       Λίγα ανακυκλώσιμα -αποδεικτικά της λατρείας μας στο άρωμα βανίλιας στα γλυκά,
λίγα ανοίγματα μεταλλικών κουτιών γάλακτος (όχι επωνύμων), λίγα καπάκια χυμών και με τη θυσία της ζεστής σιλικόνης
σε μιά βάση απο φελιζόλ -δίσκο,
μεταμορφώθηκαν  σε μιά πεταλούδα αγάπης με κόκκινο παπιόν και είναι...σχεδόν έτοιμη να πετάξει για Ναύπακτο!

 Λέμε  σχεδόν  , γιατί σίγουρα θα προσθέσουμε αρκετή χρυσόσκονη και όνειρα και φυσικά...παρέα για να μην ταξιδέψει μόνη.
                                   'Οπως καταλάβατε η πεταλούδα έγινε παρέα με την λατρεμένη μου μικρή μου φίλη!

...................................................................................................................................................................................................................
                                                                                                    Να είστε  όλες καλά!!!
                                                                                                   είχα ανάγκη για λίγο γέλιο!

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Παραμονή Θεοφανείων

Μια αναδημοσίευση  - απο το blog ΞΈΝΙΟΣ Κρης-   που θα μας κάνει να ξανανοιώσουμε για λίγο παιδιά

Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ Η ΕΥΤΥΧΙΑ

 
    
  ―Γιαγιά, ἀλήθεια ἀπόψε ἀνοίγει ὁ οὐρανός;
―Ναί, παιδάκι μου, γιατὶ ξημερὠνουν τ’ ἅγια Θεοφάνεια.Καὶ ὅποιος ἀγρυπνήση καὶ προφτάση σ’ ἐκείνη τὴν ἀπόκρυφηὥρα…
―Τὸ ξέρω, γιαγιά μου, τὸ ξέρω. Μπορεῖ νὰ ζητήση ὅτιθέλει ἀπ’ τὸ Θεὸ καὶ τοῦ γίνεται.
―Ναί, μὰ φτάνει νὰ ζητήση ἕνα πράμα μονάχα…
Τὸ παιδάκι ἀποφάσισε ν’ ἀγρυπνήση. Κοντὰ στὴν κάμαράτου, ἐπάνω ψηλά, ἦταν ἡ θύρα, ποὺ ἔβγαζε στὸ λιακωτό.Χωρὶς νὰ τὸ δῆ κανείς, κουκουλώθηκε μὲ τὸ παπλωματάκιτου, πῆρε τὸ προσκεφάλι του καὶ πῆγε νὰ ξαπλωθῆ ἐκεῖ ἔξω.
Δὲν εἶχε φόβο κανένα. Στὴ χειμωνιάτικη νύχτα τὸ ζέσταινετὸ πάπλωμα καὶ ἡ ἐλπίδα.  Ἦταν ἀργά… Σκοτάδι καὶ σιωπὴ ἁπλωνόταν κάτω σ᾽ὅλη τὴν κοιμισμένη πόλη. Ἐδῶ κι ἐκεῖ μονάχα τρεμόφεγγεκανένα φανάρι σὰ μάτι νυσταγμένο, καὶ τ’ ἁγιασμένα νερὰτῆς λίμνης ἐκεῖ πέρα λαμπύριζαν στὴ μυστικὴ ἀστροφεγγιά.Ἀπέραντος θόλος, σὰ μαῦρο βελοῦδο καρφωμένο μὲδιαμαντένια καρφιά, τὸ σκέπαζε ὁ οὐρανός, Καὶ τὸν κοίταζεμὲ ἀνήσυχα μάτια τὸ παιδάκι καὶ περίμενε ἥσυχα ν’ ἀνοίξη. Ὅ,τι ζητοῦσε τότε, θὰ γινόταν. Ἀλλὰ φτάνει νὰ ζητοῦσε ἕναμονάχα ― καὶ τὸ παιδάκι εἶχε τὸ σκοπό του…Οἱ ὧρες περνοῦσαν ἔτσι καὶ οἱ πετεινοί, ζωντανὰ ρολόγια,τὶς ἔλεγαν μὲ τὴ βραχνή τους φωνὴ ὁ ἕνας στὸν ἄλλο. Ἠρθε τέλος πάντων καὶ ἡ ἀπόκρυφη ὥρα, ποὺ ἄνοιξεὁ οὐρανός. Μέσα στὴν ἀστροσπαρμένη μαυρίλα πρόβαλεἔξαφνα μιὰ λάμψη ζωηρή, ποὺ ἔσβησε ὅλα τ’ ἀστέρια. Ἕναφῶς γλυκὸ χύθηκε τότε στὴν Κτίση καὶ τὰ ἁγιασμένα νερὰτῆς λίμνης ἐκεῖ πέρα ἔλαμψαν σὰν ἀναμμένα.Στὸ θέαμα αὐτὸ τὸ παιδάκι τὰ σάστιε, Τοῦ φάνηκε σὰνὰ εἶδε ἀγγέλους νὰ πετοῦν ἐκεῖ ψηλὰ μέσα στὸ φωτεινὸἄνοιγμα καὶ ἕνα ὁλόχρυσο ποταμὸ νὰ τρέχη στὸν οὐρανό,καθὼς λένε, τὸν Ἰορδάνη. Στὸν τρόμο του, στὴ θάμβωσήτου, στὴ σαστιμάρα του, λησμόνησε τί εἶχε νὰ ζητήση καὶἔβλεπε βουβό…Μονάχα τὴν τελευταία στιγμή, ποὺ συνῆρθε λιγάκι,πρόφτασε νὰ πῆ ἕνα λόγο. Καὶ σβηνόταν πιὰ ἡ θεία λάμψη,σὰν ἀκούστηκε στὸν ἀέρα τῆς νύχτας ἡ ψιλὴ φωνούλα τοῦπαιδιοῦ:
―Πλοῦτο
Γύρισε τρέμοντας στὸ κρεβατάκι του. Σκεπάστηκε ἀπὸτὸ κεφάλι καὶ προσπάθησε νὰ κοιμηθῆ. Ἀλλὰ τὸν ἄφησετὸ μικρὸ γιὰ πολλὴ ὥρα ἄγρυπνο τὸ ἐκπληκτικὸ θέαμα,ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, ποὺ βασάνιζε ἀκόμη τὰ μάτια του, καὶ μιὰἀνήσυχη σκέψη ἀπὸ τὸ ἄλλο, ποὺ βασάνιζε τὸ μυαλό του…Τί λαμπρὸ καὶ ἀπίστευτο θαῦμα! Νὰ τὸν ἄκουσε τάχα ὁΘεός; πρόφτασε νὰ μιλήση σὲ κατάλληλη στιγμή; Ἄχ! καὶ θ’ ἀποχτοῦσε τὸν πλοῦτο, τὸ ἕνα πράμα, ποὺ ζήτησε μὲ τὴν καρδιά του τὸ φτωχὸ παιδάκι;
 Ὅταν ἀποκοιμήθηκε κατὰ τὸ πρωί, εἶδε ἕναπαράξενο ὄνειρο· τόσο ζωηρό, ποὺ ἀκόμη καὶ τώρα δὲν ξέρειἐὰν κοιμόταν πραγματικὰ ἢ ἄν ἀγρυπνοῦσε μὲ πυρετό.Τοῦ φάνηκε, ὅτι μπῆκε ἔξαφνα στὴν κάμαρά του ἕνας ἄνθρωπος. Ἦταν νέος, παιδὶ μάλιστα ἀμούστακο. Τὸπρόσωπό του ἔλαμπε ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ καὶ ἡ φορεσιά του ἀπὸτὴν πολυτέλεια. Ἀπὸ πάνω ἕως κάτω ἦταν πνιγμένος στὸχρυσάφι, στὸ μετάξι, στὰ πετράδια. Ἕνα σύννεφο κάτασπρο  ὑποστήριζε τὰ πόδια του. Στὰ χέρια του κρατοῦσε ἕνα χρυσὸ ραβδί. Εἶχε φτερούγια χιονάτα καὶ χαμόγελο γλυκό.
―Νά με! Τί μὲ θέλεις; εἶπε μὲ τρυφερὴ φωνή.
―Ἄγγελος… ψιθύρισε τὸ παιδάκι τρομαγμένο.
―Δὲν εἶμαι ἄγγελος, ἀποκρίθηκε ὁ νέος, εἶμαι ὁ Πλοῦτος,ποὺ ζήτησες ἀπόψε. Ἐκεῖνος, ποὺ ὁδηγεῖ τὰ βήματά μου,εἶδε τὴ φωτιὰ τῆς καρδιᾶς σου καὶ μὲ ἔστειλε. Μιὰ στιγμὴπρωτύτερα ἂν πρόφταινες νὰ εἰπῆς τὸ ὄνομά μου, θὰ ἐρχόμουννὰ σὲ φορτωθῶ ἀνερώτητα. Ἀλλὰ τώρα, ποὺ ἄργησες νὰμιλήσης καὶ ἔγινε ζήτημα ἂν ἔπρεπε νὰ σοῦ γίνη ἡ χάρη ἢὄχι, ἀποφασίστηκε νὰ ἔρθω μονάχα νὰ σὲ ξαναρωτήσω… καὶὅ,τι μοῦ πῆς θὰ κάνω· ἐπιμένεις ἀκόμη στὸ λόγο σου; ἐμένα ζητᾶς καὶ ἐπιθυμεῖς πραγματικά, ἀφοῦ ξέρεις, ὅτι μονάχα ἕνα πράμα ἔχεις τὸδικαίωμα νὰ ζητήσης;ἂν εἶναι ἔτσι, πές μουτο καὶ μένω μαζί σουγιὰ πάντα.Τὸ παιδάκιπῆρε θάρρος, βγῆκεπερισσότερο ἀπὸ τὸσκέπασμά του καὶεἶπε:
―Ἐσένα θέλω,Πλοῦτε μου, σὲ θέλωνὰ μείνης πάντα μαζίμου. Εἶδα, ὅτι ὅλη ἡεὐτυχία βρίσκεταιπάντα μὲ σένα καὶἀπὸ πολὺν καιρὸ ἐσὺεἶσαι τὸ ὄνειρό μου.
―Βλέπω, ὅτι μὲἀγαπᾶς πραγματικὰκαὶ ἤθελα νὰ μείνωμαζί σου… Ἀλήθεια!Τί ὄμορφη ζωή,ποὺ θὰ περνοῦμε!Παντοῦ ὁ κόσμοςθὰ σκύβη στὸ διάβαμας, σὰ θὰ βγαίνωμεσυντροφεμένοι.Θὰ κατοικοῦμε σὲπαλάτια ὁλομάρμαρα,θὰ κοιμώμαστε σὲ ὁλόχρυσο κρεβάτι, θὰ σκεπαζώμαστε μὲ σεντόνιαμεταξωτά. Τὸ γυαλιστερὸ ἀτλάζι καὶ τὸ χνουδωτὸ βελοῦδοθὰ μᾶς τριγυρίζουν παντοῦ, στὸ πάτωμα, στοὺς τοίχους, στὸταβάνι, στὰ καθίσματα, παντοῦ, ὅπου θ’ ἀκουμπᾶ τὸ κορμὶἢ θ’ ἀναπαύεται τὸ βλέμμα, Θὰ φοροῦμε λαμπρὰ φορέματακαὶ στολίδια. Θὰ ἔχωμε δούλους καὶ δοῦλες καὶ γνώριμους πολλούς. Βαλσαμωμένος θὰ εἶναι ὁ ἀέρας ποὺ θ’ ἀναπνέωμεἀπὸ τ’ ἄνθη καὶ τὰ μυρωδικά. Τὸ τραπέζι μας θὰ λάμπη στὸχρυσάφι καὶ στὸ κρύσταλλο.Θὰ βγαίνωμε στὸν περίπατο μὲ ἁμάξια καταστόλιστα, θὰπηγαίνωμε στὰ θέατρα, στοὺς χορούς, στὰ ἱπποδρόμια, πάντα στὴν καλύτερη θέση. Θὰ ταξιδεύωμε μὲ κάθε ἄνεση τὸκαλοκαίρι ἢ τὸ χειμώνα. Καὶ θὰ ἔχωμε μέσα σὲ μιὰ κάμαρα, ζεστὴ σὰ φωλιά, ἕνα ντουλάπι λουστραρισμένο, μὲ πολλὰκλειδιά, γεμάτο χρυσὰ φλωριὰ τόσα, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰκάνωμε κάθε ἐπιθυμία, ποὺ θὰ μᾶς γεννιόταν.
―Ἄ, τί καλά! φώναξε τὸ παιδάκι. Καὶ τὸ γέλιο δὲ θὰ λείπη ἀπὸ τὰ χείλη μας καὶ ἡ χαρὰ ἀπὸ τὴν καρδιά μας.Κάθισε, Πλοῦτε μου. Θέλω νὰ εἶμαι μαζί σου δοξασμένοςκαὶ εὐτυχής. Ὁ νέος ἔχασε μὲ μιᾶς τὸ γέλιο του, ἀκούμπησε ἐπάνω στὸραβδί του καὶ εἶπε μὲ περίλυπη φωνή:
―Αὐτὸ εἶναι ἴσα ἴσα, ποὺ θέλω νὰ σοῦ πῶ… Ἐγὼ δὲνμπορῶ νὰ σοῦ ἐγγυηθῶ, ὅτι δὲ θὰ λείπη ἀπὸ τὰ χείλη σουτὸ γέλιο κι ἀπὸ τὴν καρδιά σου ἡ χαρά… ἄ, ὄχι, ὄχι…
  ―Μὰ γιατί;―Γιατί;… Δὲ σὲ ἄφησε λοιπὸν ἡ ἀγάπη ποὺ μοῦ ἔχεις νὰτὸ σκεφτῆς ποτέ;… Καὶ τί μπορῶ τάχα νὰ σοῦ κάνω ἐγώ,ὅταν θὰ ἔρχεται ὁ πόνος καὶ ἡ θλίψη; Ποιός ξέρει ἂν δὲ θὰμὲ θέλης, γιὰ νὰ πληρώνης πάντα γιατροὺς καὶ γιατρικά;Ποιός σοῦ εἶπε, ὅτι μαζί μου δὲ θὰ δοκιμάσης ποτὲ ἀγωνία βασάνου σὲ δικαστήριο; Ποιός σοῦ εἶπε ἂν μ’ ἐμένα θὰ εὕρης τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, τὴν ἀδελφικὴ φιλία, ἐκείνη ποὺθέλεις; Ποιός σοῦ ὑποσχέθηκε, ὅτι μαζί μου θ’ ἀπολαύσηςτὶς χάρες τῆς καλῆς καρδιᾶς, τοῦ φωτισμένου μυαλοῦ, τῆς καθαρῆς συνείδησης; Ποιός σὲ βεβαίωσε ὅτι στὸ σπίτι σουθὰ βασιλεύη ἡ τιμή, ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά, ἡ ἁρμονία;… Ἄ! πόσο στάθηκες, παιδάκι μου, ἀπατημένος! Γύρεψες ἀπὸ μένα ἐκεῖνο ποὺ ἔπρεπε νὰ ζητήσης ἀπὸ τὴν Εὐτυχία.
―Ἀπὸ τὴν Εὐτυχία… ψιθύρισε τὸ παιδάκι μὲ ἀπελπισμένηφωνή.
―Μάλιστα, ἀπὸ τὴν Εὐτυχία. Καὶ πῶς; δὲν τὴν ξέρεις;εἶναι ἕνα κοριτσάκι μικρὸ αὐτὴ ἡ Εὐτυχία, ὄμορφο, γελαστό,μὲ κάτασπρη ἁπλὴ φορεσιὰ σὰν τὸ χιόνι. Φιλία σταθερὴ μαζὶ της δὲν ἔχομε, γιατὶ μὲ ἀφήνει τὶς περισσότερες φορὲςκαὶ πηγαίνει μὲ τὴ «φτώχεια», ὅπως καὶ ἐγὼ πηγαίνωκαμιὰ φορὰ μὲ τὴ Δυστυχία. Τί τὰ θέλεις, παιδί μου! Αὐτὴεἶναι δῶρο ἀληθινὸ καὶ ἀπόλαυση! Τὴν ἀκολουθεῖ σὰ σωματοφυλακὴ ἕνα πλῆθος παιδάκια μὲ γέλια καὶ φωνές,ποὺ γεμίζουν τὸν ἀέρα. Αὐτὴ μονάχη εἶναι ἱκανή, ὅταν σὲ πάρη καὶ σένα στὴν ἀκολουθία της, νὰ σὲ κάνη νὰ μὴ λείπηἀπὸ τὰ χείλη σου τὸ γέλιο καὶ ἀπὸ τὴν καρδιά σου ἡ χαρά,ἀδιάφορο ἂν θὰ κατοικῆτε στὴν καλύβα ἢ στὸ παλάτι, ἂνθὰ φορῆτε χρυσὰ ἢ κουρέλια.
―Πλοῦτε μου, καλέ μου φίλε, συχώρεσέ με, δὲν τὸσκέφτηκα. Ἔκανα λάθος. Τὴν Εὐτυχία ἔπρεπε νὰ ζητήσω,τὴν Εὐτυχία ζητοῦσα, τὴν Εὐτυχία ζητῶ. Ἕνα πράμαμονάχα, βλέπεις, μοῦ εἶναι συχωρεμένο νὰ ἔχω, καὶ ἄλλοκαλύτερο ἀπὸ τὴν Εὐτυχία δὲν ὑπάρχει… Ἄχ, οὔτε σύ, καλέμου Πλοῦτε! Τὸ βλέπω, τώρα τὸ ἐννοῶ.
―Θέλεις λοιπὸν τὴν Εὐτυχία. Καλά, ἐγὼ φεύγω. Καὶ φεύγω, ἄκουσε, ὄχι γιατὶ δὲ μὲ θέλεις, ἀλλὰ γιατὶ δὲνπρόφτασες νὰ μὲ ζητήσης τὴν κατάλληλη ὥρα. Τί τυχερὸςποὺ στάθηκες! Ἀλλιώτικα δὲ θὰ ἕφευγα ἀπὸ κοντά σου καὶ θὰ ἦταν περιττὴ κάθε σου μετάνοια… Χαῖρε, εἶπε ὁ Πλοῦτοςκι ἐξαφανίστηκε.
Τὸ παιδάκι δόξασε τὸ Θεό. Ἔτσι εἶχε καιρὸ πάλι, τοῦχρόνου, πιὸ φωτισμένο καὶ πιὸ ἥσυχο, νὰ ἀγρυπνήση τἠνἴδια νύχτα καὶ νὰ ζητήση ἀπὸ τὸν οὐρανὁ τὴν Εὐτυχία,μονάχα τὴν Εὐτυχία.
Γρηγόριος Ξενόπουλος
 

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

απο τα κέρινα ποιήματα , καλή χρονιά!!!



                                                    


                                                                  Αγαπημένες μου φίλες, αγαπημένοι μου φίλοι !!!


            Το 2014 ΕΦΤΑΣΕ!!!
   Ήδη είμαστε στην δεύτερη μέρα!
    Για όσους λατρεύουν τον χειμώνα, δηλώνω ότι μετράνε ακόμα  57 ημέρες, ή αν θέλουν μετράνε 78 , ώσπου και επίσημα να θεωρηθεί οτι φτάσαμε στην ΑΝΟΙΞΗ!
   Όσοι και όσες -σαν εμένα- μετράνε... θετικά, σε  56 και μία, το ημερολόγιο γράφει ΜΑΡΤΙΟΣ!!!και αμέσως θεωρούμε οτι πάει και αυτός ο χειμώνας, όσο δύσκολα κι αν πέρασε!!!
    Το 2014  πήρε φωτιά τουτέστιν ξεκίνησε!
     Σας εύχομαι -ξανά- καθε στιγμή του να είναι όμορφη, δημιουργική, ευλογημένη!
 Και εμείς εδώ στην blogoγειτονιά να ανταλλάσουμε συναισθήματα, εικόνες, γνώσεις, αγάπη και προσφορά, στο μέτρο των δυνατοτήτων μας πάντα!
                                             Κ Α Λ Η   Χ Ρ Ο Ν Ι Α!!!
                 γιατί....